Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε νέα μελέτη για την ανάπτυξη των κρίσιμων ψηφιακών δυνατοτήτων της ΕΕ μετά το 2027. Η μελέτη εξετάζει τις ευκαιρίες, τις προκλήσεις και τις επενδυτικές ανάγκες που θα διαμορφώσουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Ευρώπης κατά την επόμενη περίοδο προγραμματισμού.

Εκπονήθηκε υπό την καθοδήγηση της Γενικής Διεύθυνσης CNECT και εντοπίζει τους ψηφιακούς τομείς στους οποίους η μελλοντική χρηματοδότηση της ΕΕ μπορεί να στηρίξει την ανάπτυξη ικανοτήτων, υποδομών και δεξιοτήτων, καθώς και την υλοποίηση έργων, στο πλαίσιο του επόμενου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ). Τα ευρήματά της αφορούν άμεσα την πρωτοβουλία «Διαλειτουργική Ευρώπη», καθώς η διαλειτουργικότητα προβάλλεται ως στρατηγικός μοχλός για την ανθεκτικότητα, την ψηφιακή κυριαρχία και την ανταγωνιστικότητα της Ένωσης.

Διαλειτουργικότητα και GovTech: το θεμέλιο των διασυνοριακών ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών

Το Παράρτημα 15 της μελέτης είναι αφιερωμένο ειδικά στη διαλειτουργικότητα και το GovTech, και υπογραμμίζει πόσο στενά συνδέονται οι δύο τομείς: η διαλειτουργικότητα προσφέρει το τεχνικό, σημασιολογικό και οργανωτικό θεμέλιο που επιτρέπει στις λύσεις GovTech να επεκτείνονται πέρα από σύνορα, τομείς και διοικήσεις.

Η μελέτη χαρακτηρίζει τη διαλειτουργικότητα ακρογωνιαίο λίθο της στρατηγικής της ΕΕ για την ψηφιακή κυριαρχία. Χάρη σε αυτήν, οι δημόσιες διοικήσεις μπορούν να ανταλλάσσουν δεδομένα, να επαναχρησιμοποιούν λύσεις και να προσφέρουν αδιάλειπτες διασυνοριακές υπηρεσίες. Το GovTech, από την πλευρά του, ενισχύει τις δημόσιες υπηρεσίες ώστε να γίνονται πιο καινοτόμες, αποδοτικές, διαφανείς και ανθρωποκεντρικές, βοηθώντας τις διοικήσεις να μειώσουν τον διοικητικό φόρτο, να αυτοματοποιήσουν τις τυποποιημένες διαδικασίες και να βελτιώσουν την εξυπηρέτηση των πολιτών.

Οι βασικές προτεραιότητες υλοποίησης

Το Παράρτημα 15 εντοπίζει αρκετούς τομείς υψηλής προτεραιότητας με ορίζοντα υλοποίησης το 2028.

Η πρώτη αφορά τη σημασιολογική διαλειτουργικότητα των δεδομένων και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, με έμφαση στην αναγνωσιμότητα από μηχανές και στην ουδετερότητα ως προς τις πλατφόρμες. Τα μηχαναναγνώσιμα δεδομένα επιτρέπουν στις πληροφορίες που φυλάσσονται σε βάσεις δεδομένων, αισθητήρες ή ψηφιακούς πόρους να γίνονται προσβάσιμες, να ανταλλάσσονται και να επαναχρησιμοποιούνται από υπολογιστές — κάτι απαραίτητο για την αυτοματοποίηση, την ποιότητα των δεδομένων, την προηγμένη ανάλυση και τη χάραξη πολιτικής με βάση τεκμήρια.

Στρατηγική προτεραιότητα αποτελεί και η ουδετερότητα ως προς τις πλατφόρμες. Στηριζόμενες σε ανοιχτά πρότυπα και αποφεύγοντας την εξάρτηση από συγκεκριμένους προμηθευτές ή κλειστά οικοσυστήματα, οι δημόσιες διοικήσεις περιορίζουν τον κίνδυνο εγκλωβισμού (lock-in) και διασφαλίζουν ότι οι ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες παραμένουν διαχρονικά ευέλικτες, βιώσιμες και διαλειτουργικές.

Η δεύτερη προτεραιότητα αφορά τις υποδομές, και ειδικότερα την ψηφιακή δημόσια υποδομή και τους διασυνοριακούς χώρους δεδομένων. Κοινοί και διαλειτουργικοί χώροι δεδομένων σε τομείς όπως η υγεία, η κινητικότητα και οι δημόσιες συμβάσεις μπορούν να απελευθερώσουν την αξία δημόσιων και ιδιωτικών δεδομένων σε ολόκληρη την ΕΕ, αρκεί να υποστηρίζονται από κοινά πλαίσια διακυβέρνησης, σημασιολογικά εργαλεία και επαναχρησιμοποιήσιμα δομικά στοιχεία.

Η τρίτη προτεραιότητα είναι η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για τη διαλειτουργικότητα. Η ΤΝ μπορεί να συνδράμει τις δημόσιες διοικήσεις στη δόμηση, την επιμέλεια, την τυποποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων σε τεχνικό, σημασιολογικό, νομικό και οργανωτικό επίπεδο. Στις πρακτικές εφαρμογές συγκαταλέγονται η έξυπνη αντιστοίχιση δεδομένων, η αυτόματη παραγωγή μεταδεδομένων και τα εργαλεία μετάφρασης που διευκολύνουν τη διασυνοριακή συνεργασία.

Η μελέτη κατατάσσει στους τομείς μεσαίας προτεραιότητας, επίσης με ορίζοντα το 2028, τα ψηφιακά δίδυμα (digital twins) για τη δημόσια διοίκηση και τις υπηρεσίες της, καθώς και την ευρύτερη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στον δημόσιο τομέα.

Τα ισχυρά σημεία της Ευρώπης και οι προκλήσεις που παραμένουν

Η μελέτη διαπιστώνει ότι η Ευρώπη διαθέτει γερό θεμέλιο στη διαλειτουργικότητα και το GovTech. Σε αυτό περιλαμβάνονται ο Κανονισμός για τη Διαλειτουργική Ευρώπη (Interoperable Europe Act), το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Διαλειτουργικότητας (EIF), ψηφιακά δομικά στοιχεία της ΕΕ όπως το eID, η eSignature και το eDelivery, αλλά και σημασιολογικά εργαλεία όπως το DCAT-AP και τα βασικά λεξιλόγια (core vocabularies).

Μέρος του ίδιου οικοσυστήματος αποτελούν η Πύλη της Διαλειτουργικής Ευρώπης, η Κοινότητα της Διαλειτουργικής Ευρώπης και η Ακαδημία της Διαλειτουργικής Ευρώπης, που βοηθούν τις δημόσιες διοικήσεις να μοιράζονται λύσεις, να αναπτύσσουν ικανότητες και να αποφεύγουν τις επικαλύψεις.

Ταυτόχρονα, η μελέτη φωτίζει προκλήσεις που επιμένουν. Οι δημόσιες διοικήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη εξακολουθούν να στηρίζονται σε απαρχαιωμένα πληροφοριακά συστήματα (legacy IT), σε κατακερματισμένες μορφές δεδομένων και σε εθνικά αποκομμένες προσεγγίσεις. Οι σημασιολογικές αναντιστοιχίες, η περιορισμένη στελέχωση σε πεδία όπως η διαχείριση δεδομένων και τα API, καθώς και οι ιδιαίτερα επιφυλακτικές πρακτικές στις δημόσιες συμβάσεις, συνεχίζουν να καθυστερούν την ανάπτυξη διαλειτουργικών ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών.

Η μελέτη υπογραμμίζει, ακόμη, ότι η διαλειτουργικότητα συνδέεται ολοένα πιο στενά με την ψηφιακή κυριαρχία. Πολλές διοικήσεις παραμένουν εξαρτημένες από μη ευρωπαϊκούς παρόχους cloud, εργαλείων παραγωγικότητας και πλατφορμών για κρίσιμες υπηρεσίες, γεγονός που γεννά στρατηγικές ευπάθειες. Γι’ αυτό και οι προσεγγίσεις ανοιχτού κώδικα και ουδετερότητας ως προς τον προμηθευτή προβάλλονται ως σημαντικά εργαλεία για την ενίσχυση της αυτονομίας, της διαφάνειας και της μακροπρόθεσμης διαλειτουργικότητας.

Οι επενδυτικές ανάγκες για την επόμενη φάση

Η μελέτη καταγράφει σειρά επενδυτικών αναγκών για το οικοσύστημα της διαλειτουργικότητας και του GovTech. Έως το 2028, εισηγείται τη συνέχιση των επενδύσεων σε λύσεις διαλειτουργικότητας και σε μηχανισμούς συνεργασίας GovTech, ευρύτερο πειραματισμό μέσω πιλοτικών έργων και ρυθμιστικών «αμμοδόχων» (sandboxes), καθώς και στήριξη για τυποποιημένα API, μετάβαση στο cloud, πλαίσια διαλειτουργικότητας και πλατφόρμες ολοκλήρωσης δεδομένων.

Επισημαίνει επίσης την ανάγκη να βελτιωθεί η πρόσβαση σε υποστηρικτικές υποδομές, όπως η κυρίαρχη υποδομή cloud και οι εγχώριες τεχνολογικές δυνατότητες, μεταξύ των οποίων και οι λύσεις ανοιχτού κώδικα. Προτεραιότητα αποτελούν και οι δεξιότητες, με έμφαση στη στοχευμένη κατάρτιση, στις πλατφόρμες ηλεκτρονικής μάθησης και στα ψηφιακά εργαλεία συνεργασίας για τον δημόσιο τομέα.

Η μελέτη ζητεί, ακόμη, πρωτοβουλίες από την πλευρά της ζήτησης εκ μέρους των δημόσιων αρχών, ώστε να ευνοηθεί η ανάδειξη νεοφυών και τεχνολογικών εταιρειών εξειδικευμένων στο GovTech, όπως και αλλαγές στις πρακτικές δημόσιων συμβάσεων που θα δίνουν προβάδισμα στη διαλειτουργικότητα, την επαναχρησιμοποίηση και την καινοτομία.

Κοιτάζοντας πιο μακριά, η μελέτη επισημαίνει την ανάγκη για χρηματοδότηση με γνώμονα την αποστολή (mission-oriented funding) στους τομείς της διαλειτουργικότητας και του GovTech, αλλά και για πρωτοβουλίες ρυθμιστικής εναρμόνισης.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη Διαλειτουργική Ευρώπη

Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν πόσο σημαντική είναι μια συντονισμένη ευρωπαϊκή προσέγγιση στη διαλειτουργικότητα. Ο Κανονισμός για τη Διαλειτουργική Ευρώπη, το Συμβούλιο της Διαλειτουργικής Ευρώπης, οι κοινές λύσεις, τα κοινά πρότυπα και οι κοινότητες πρακτικής είναι καθοριστικά για να περάσουν οι δημόσιες διοικήσεις από τις μεμονωμένες ψηφιακές υπηρεσίες σε υπηρεσίες συνδεδεμένες, επαναχρησιμοποιήσιμες και διασυνοριακές.

Η διαλειτουργικότητα δεν είναι απλώς μια τεχνική απαίτηση. Είναι πρακτική προϋπόθεση για καλύτερες ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες, μοχλός ψηφιακής κυριαρχίας και βασικός παράγοντας για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.

Πηγή άρθρου: https://interoperable-europe.ec.europa.eu