Το GovTech δεν αποτελεί πια περιθωριακό ή πειραματικό πεδίο. Αναγνωρίζεται πλέον ως στρατηγικός τομέας για τον μετασχηματισμό του δημόσιου τομέα: για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι διοικήσεις, παρέχουν υπηρεσίες και ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πολιτών. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, η παγκόσμια αγορά GovTech εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 606 δισ. δολάρια το 2024 σε 1,4 τρισ. δολάρια έως το 2034, παράγοντας δημόσια αξία που μπορεί να φτάσει τα 9,8 τρισ. δολάρια μέσα από βελτιώσεις στην αποδοτικότητα, τη διαφάνεια και τη βιωσιμότητα.

Ακριβώς αυτό το μέγεθος καθιστά επιτακτικό ένα ερώτημα που συνήθως αφήνουμε για το τέλος: τι γίνεται την ημέρα που σταματά η χρηματοδότηση;

Η Ευρώπη δεν έχει πρόβλημα καινοτομίας, έχει πρόβλημα κλίμακας

Σε στρογγυλή τράπεζα του φετινού GovTech4Impact World Congress, στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης, συντονιστές οικοσυστημάτων και ειδικοί του GovTech κατέληξαν σε μια μάλλον άβολη συμφωνία: το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η καινοτομία, αλλά η κλίμακα. Τα πιλοτικά έργα σχεδιάζονται, δοκιμάζονται, ενίοτε και επαινούνται, και στη συνέχεια μένουν ακριβώς εκεί όπου ξεκίνησαν: σε έναν δήμο, σε ένα υπουργείο, σε μία γραμμή του προϋπολογισμού, περιμένοντας τον επόμενο κύκλο χρηματοδότησης για να κριθεί αν θα επιβιώσουν.

Συνήθως το αφηγούμαστε ως ιστορία τεχνολογίας: ένα πρωτότυπο που δεν βγήκε ποτέ έξω από την πόλη που το κατασκεύασε. Το ίδιο μοτίβο, όμως, εμφανίζεται και ένα επίπεδο ψηλότερα. Προγράμματα όπως το GovTech4All είναι κι αυτά πιλοτικά, απλώς σε κάτι λιγότερο ορατό από το λογισμικό: στο αν μπορούν περισσότεροι από 30 οργανισμοί από πάνω από 20 χώρες να παράγουν έργο από κοινού μέσα σε διαφορετικά νομικά πλαίσια· στο αν μια διαδικασία σχεδιασμένη γύρω από τους κανόνες της μιας χώρας μπορεί να προσαρμοστεί στους κανόνες μιας άλλης· στο αν η διασυνοριακή συνεργασία μπορεί να γίνει συνήθης τρόπος εργασίας αντί για κάτι που υφίσταται όσο διαρκεί μια επιχορήγηση. Τα περισσότερα ευρωπαϊκά έργα αυτού του τύπου απλώς ολοκληρώνονται, και μαζί τους χάνονται οι σχέσεις και οι πρακτικές που οικοδομήθηκαν επί χρόνια.

«Νεκροταφείο πιλοτικών έργων»

Δεν πρόκειται για αποκλειστικά ευρωπαϊκό ούτε για αποκλειστικά GovTech πρόβλημα. Οι ερευνητές που μελετούν καινοτομίες στον τομέα της υγείας οι οποίες χρηματοδοτούνται από δωρητές έχουν δώσει και όνομα στο φαινόμενο: pilotitis, η τάση των προγραμμάτων να παράγουν αδιάκοπα πιλοτικά που αποδεικνύουν ότι μια ιδέα λειτουργεί, χωρίς ποτέ να οικοδομούν τον μηχανισμό που θα την κρατήσει ζωντανή. Σε μελέτη του 2018 για καινοτομίες στη μητρική και νεογνική υγεία σε Αιθιοπία, Ινδία και Νιγηρία, αξιωματούχος από την Ινδία το διατύπωσε ωμότερα από κάθε επίσημη έκθεση: <q>The development sector is a graveyard of pilot projects</q>.

Οι ομάδες τεχνητής νοημοσύνης στον δημόσιο τομέα περιγράφουν μια παραλλαγή του ίδιου μοτίβου: η χρηματοδότηση της καινοτομίας συχνά κινείται σε στεγανό, αποκομμένη από τα παλαιά πληροφοριακά συστήματα με τα οποία θα έπρεπε τελικά να διασυνδεθεί η λύση. Έτσι, ένα πιλοτικό μπορεί να πετύχει με τους δικούς του όρους και ταυτόχρονα να μην έχει πουθενά να πάει. Οι λεπτομέρειες αλλάζουν ανά τομέα, το σχήμα όμως επαναλαμβάνεται: τίποτε από όσα αποδεικνύουν ότι μια ιδέα λειτουργεί δεν αποδεικνύει και ότι μπορεί να αντέξει έναν πραγματικό κύκλο προϋπολογισμού, μια αλλαγή πολιτικής ηγεσίας ή μια υπηρεσία προμηθειών που δεν έχει αγοράσει ποτέ κάτι αντίστοιχο.

Το κενό υλοποίησης και θεσμικής ικανότητας

Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένα ζήτημα θεσμικής ικανότητας. Η μετάβαση από τον πειραματισμό στη θεσμική υιοθέτηση απαιτεί έναν συνδυασμό δεξιοτήτων και οργανωτικών προϋποθέσεων που δεν είναι πάντοτε διαθέσιμος στις δημόσιες διοικήσεις: σχεδιασμό υπηρεσιών, διαχείριση προϊόντος, τεχνική ανάπτυξη, τεχνογνωσία στα δεδομένα, καινοτόμες δημόσιες συμβάσεις, συντονισμό των εμπλεκόμενων μερών και υποστήριξη της υλοποίησης. Εξαρτάται επίσης από παράγοντες όπως το κατά πόσο ο ίδιος ο φορέας αναλαμβάνει την ευθύνη του έργου, η ενσωμάτωση στα υφιστάμενα συστήματα και η δυνατότητα προσαρμογής των εσωτερικών διαδικασιών γύρω από μια νέα λύση.

Οι ανάγκες αυτές δεν εμφανίζονται όλες στο ίδιο στάδιο. Άλλοι φορείς χρειάζονται στήριξη για να εντοπίσουν και να διατυπώσουν σωστά την πρόκληση, άλλοι δυσκολεύονται στη διαβούλευση με την αγορά, στις προμήθειες, στη διασύνδεση με τα παλαιά συστήματα ή στο να ορίσουν ποιος ακριβώς αναλαμβάνει την ευθύνη μόλις τελειώσει το πιλοτικό. Η πρόσβαση στην τεχνολογία, δηλαδή, είναι μόνο ένα σκέλος της εξίσωσης: οι θεσμοί χρειάζονται και την ικανότητα να απορροφούν, να προσαρμόζουν και να συντηρούν την καινοτομία στον χρόνο.

Πρακτικές που αξίζει να δανειστεί κανείς, ακόμη κι αν δεν μετέχει στην κοινοπραξία

Σημασία εδώ δεν έχουν τόσο οι λεπτομέρειες ενός συγκεκριμένου πιλοτικού όσο οι πρακτικές που το στηρίζουν, γιατί αυτές μπορεί να υιοθετήσει οποιαδήποτε δημόσια διοίκηση, εντός ή εκτός κοινοπραξίας. Τέσσερις επανέρχονται σταθερά στον τρόπο εργασίας του GovTech4All:

  • Προμήθειες ως ανοιχτή πρόκληση καινοτομίας αντί για κλειστό διαγωνισμό, ώστε μικρότεροι προμηθευτές και φορείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό να ανταγωνίζονται με βάση την ιδέα και όχι το βιογραφικό τους.
  • Κοινά, επαναχρησιμοποιήσιμα δομικά στοιχεία: ένα πλαίσιο ασφάλειας, ένα πρότυπο δεδομένων, ένα υπόδειγμα υπηρεσίας, σχεδιασμένα εξαρχής ώστε να τα αξιοποιήσουν και ομάδες που δεν συμμετείχαν στην κατασκευή τους, αντί για παραδοτέα προσαρμοσμένα σε μία και μόνο περίπτωση χρήσης.
  • Οργανωμένη μάθηση από ομοτίμους: ανταλλαγές δεξιοτήτων, κοινές συναντήσεις εργασίας και διασυνοριακές κοινότητες πρακτικής, όπου διοικήσεις που δεν έχουν ξανασυνεργαστεί συγκρίνουν τι πράγματι λειτούργησε και όχι τι καταγράφηκε ως επιτυχία.
  • Η τεκμηρίωση ως αυτοτελές παραδοτέο: καταγράφεται όχι μόνο τι κατασκευάστηκε, αλλά και πώς οργανώθηκε η ίδια η συνεργασία, ώστε η επόμενη διοίκηση να μη χρειαστεί να ανακαλύψει τη διαδικασία από την αρχή.

Τίποτε από αυτά δεν προϋποθέτει συμμετοχή σε χρηματοδοτούμενη ευρωπαϊκή κοινοπραξία. Πρόκειται περισσότερο για τρόπο εργασίας παρά για τεχνολογία, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αξίζει μεγαλύτερη προσοχή από οποιοδήποτε μεμονωμένο πιλοτικό.

Γιατί όλα αυτά μετρούν περισσότερο όταν τελειώνει η χρηματοδότηση

Ένα πιλοτικό με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση είναι εξ ορισμού προσωρινό. Αυτό που δεν χρειάζεται να είναι προσωρινό είναι η ίδια η πρακτική. Αν ένας διαγωνισμός σχεδιασμού, ένα κοινό πρότυπο ασφάλειας ή μια τεκμηριωμένη διαδικασία μάθησης από ομοτίμους υπάρχουν μόνο εντός των οργανισμών που έτυχε να χρηματοδοτηθούν, εξαφανίζονται τη στιγμή που εξαφανίζεται και η χρηματοδότηση. Και η επόμενη διοίκηση που θα θελήσει κάτι παρόμοιο θα ξεκινήσει από το μηδέν: στη Βαρσοβία, στην Αθήνα, σε ένα δημαρχείο που ουδέποτε υπήρξε μέρος του έργου.

Η εναλλακτική είναι να αντιμετωπιστούν αυτές οι πρακτικές ως κάτι που διαχέεται ενεργά και όχι απλώς διατηρείται: δημοσίευση οδηγών εφαρμογής κατανοητών και σε όσους δεν παρακολούθησαν ποτέ συνάντηση του GovTech4All, άνοιγμα της μάθησης από ομοτίμους σε φορείς που δεν χρηματοδοτήθηκαν για να συμμετάσχουν, σχεδιασμός του επόμενου επαναχρησιμοποιήσιμου στοιχείου με τρόπο που να μην απαιτεί καμία διασύνδεση με την κοινοπραξία από την ομάδα που θα το παραλάβει.

Τέσσερα ερωτήματα πριν καν ξεκινήσει το πιλοτικό

Αν υπάρχει ένα πρακτικό συμπέρασμα για όποιον υλοποιεί πιλοτικό έργο στον δημόσιο τομέα, ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενο ή μη, αυτό δεν αφορά τόσο το κείμενο της στρατηγικής όσο μερικά ερωτήματα που πρέπει να τεθούν στην αρχή και όχι στο τέλος:

  1. Αν το έργο πετύχει, ποιος συγκεκριμένα το κληρονομεί και το έχει αποδεχθεί;
  2. Υπάρχει γραμμή προϋπολογισμού για τον δεύτερο χρόνο ή υπάρχει μόνο επειδή αυτή τη στιγμή είναι διαθέσιμη μια επιχορήγηση;
  3. Παράγει το πιλοτικό κάτι επαναχρησιμοποιήσιμο (πλαίσιο, δομικό στοιχείο, μεθοδολογία) ή μια λύση ραμμένη στα μέτρα ενός μόνο περιβάλλοντος, που κανείς άλλος δεν μπορεί να αξιοποιήσει;
  4. Διασυνδέεται με σύστημα που ήδη υπάρχει ή απαιτεί από τον οργανισμό να στήσει νέα υποδομή μόνο και μόνο για να το κρατήσει ζωντανό;

Κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν αφορά αποκλειστικά το GovTech. Αποτυπώνουν μάλλον τη διαφορά ανάμεσα σε μια επίδειξη και ένα σύστημα. Είναι όμως εύκολο να παραλειφθούν όταν ένα έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι κάτι λειτουργεί, αντί για το τι θα συμβεί τη χρονιά που ακολουθεί.

Πηγή άρθρου: https://interoperable-europe.ec.europa.eu/